Πρόσφατα άρθρα

Discuss the portrayal and effects of loss in the poetry of Cavafy

My Mother's Sin and Other Stories A series of lectures on Modern Greek literature taught by Dr Dimitra Tzanidaki-Kreps This is a first class essay of one of my students, Jenny Wight, who took my course this year writing beautifully on the effects of loss in Cavafy's poetry.

Discuss the portrayal and effects of loss in the poetry of Cavafy

Discuss the portrayal and effects of loss in the poetry of Cavafy

My Mother's Sin and Other Stories A series of lectures on Modern Greek literature taught by Dr Dimitra Tzanidaki-Kreps This is a first class essay of one of my students, Jenny Wight, who took my course this year writing beautifully on the effects of loss in Cavafy's poetry.

Discuss the portrayal and effects of loss in the poetry of Cavafy

Poetics and Histories: To What Extent Did C. P. Cavafy Alter Historical Narratives, and for What Artistic Purposes?

stuident Name: Joseph Watson Module Lecturer: Dr Dimitra Tzanidaki-Kreps Date of Submission: 11/01/2016

Poetics and Histories: To What Extent Did C. P. Cavafy Alter Historical Narratives, and for What Artistic Purposes?

Hyperion or the hermit in Greece

Concept, dramaturgy and performance by Dimitra Kreps

Hyperion or the hermit in Greece

ἐξ ἐρίων δὴ καὶ κλωστήρων καὶ ἀτράκτων

This essay examines that metaphor in the context of the political and war situation at the time Lysistrata was first performed. It considers traditional gender roles in the fifth-century Greek polis and Lysistrata’s inversion of those roles in her weaving analogy. Aristophanes’ comedic purpose in the weaving speech, in Lysistrata as a whole, and more generally across his corpus is examined. In addition, some observations are made about the sound pattern of Lysistrata’s speech and, in a personal argument, a speculative suggestion is advanced that the audience might have associated her cadences with the familiar rhythms of a domestic weaving loom.

ἐξ ἐρίων δὴ καὶ κλωστήρων καὶ ἀτράκτων

Η ΔΕΠΠΣ και η ελληνόγλωσση εκπαίδευση εξωτερικού

Αξιολόγηση της ελληνόγλωσσης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εξωτερικού στην Ελλάδα

Η ΔΕΠΠΣ και η ελληνόγλωσση εκπαίδευση εξωτερικού

BIRZEIT UNIVERSITY - Παλαιστίνη

Ευαγγελία Καφφέ-Αλαούνε BIRZEIT UNIVERSITY Αγγλόφωνο Πανεπιστήμιο όπου διδάσκονται τα ν.ε

BIRZEIT UNIVERSITY - Παλαιστίνη

Μεταπτυχιακό εξ αποστάσεως πρόγραμμα για τη Διδασκαλία της Ελληνικής ως Δεύτερης/Ξένης Γλώσσας (Παν. Λευκωσίας - ΚΕΓ)

Το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας σε συνεργασία με το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας διοργανώνει μεταπτυχιακό πρόγραμμα "Διδασκαλία της Ελληνικής ως Δεύτερης/Ξένης Γλώσσας (MA, 3 εξάμηνα) - Εξ Αποστάσεως".

Μεταπτυχιακό εξ αποστάσεως πρόγραμμα για τη Διδασκαλία της Ελληνικής ως Δεύτερης/Ξένης Γλώσσας (Παν. Λευκωσίας - ΚΕΓ)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΗΚΟΥΔΗΣ: Άξιον Εστί

Σκοπός της εργασίας αυτής είναι η προσέγγιση του Άξιον Εστί με ερευνητικό εργαλείο το ηρωοκεντρικό μοντέλο αφηγηματικής ανάλυσης που ανέδειξε η μακρά παράδοση συστηματικής ανάλυσης λογοτεχνικών έργων η οποία ξεκίνησε με τη μελέτη της δομής των ρωσικών παραμυθιών από τους Ρώσους φορμαλιστές στις αρχές του 20ου αιώνα και πέρασε αργότερα στους στρουκτουραλιστές και σημειολόγους θεωρητικούς της λογοτεχνίας.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΗΚΟΥΔΗΣ: Άξιον Εστί

Examine the role of self-deception in the historical poems of Cavafy

This is a heartfelt yet rigorous and intelligent essay submitted by Sophie Prewett for the course I teach to 3rd year undergraduate Classics students at the University of Reading where I have been teaching for the last thirteen years. My course bears the title 'My Mother's sin and other stories' aiming at introducing some major authors and works as well as trends in Modern Greek Poetry and Fiction from the late 19th century to the late 20th century in connection with both the history, sociocultural context and wider literary developments of their period and illustrating attitudes to the ancient past in the work of some selected poets and novelists. All texts are taught from English translations. My students take this course as optional and for the majority a whole new world of hidden Modern Greek treasures is unveiled. Many have called the experience of my course as 'a breath of fresh air' which i consider an ultimate credit...

Examine the role of self-deception in the historical poems of Cavafy

Εθνική στρατηγική και διδασκαλία της ελληνικής στο εξωτερικό

sikeliotis writes, "Με αφορμή τη διαπίστωση έλλεψης στρατηγικής στο ζήτημα της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας στο εξωτερικό, γίνεται μια κριτική αξιολόγηση της "επίσημης" εθνικής στρατηγικής και προτείνεται η αναθεώρησή της. Έτσι η διδασκαλία της γλώσσας αποκτά ένα ευρύτερο περιεχόμενο, αυτό της γνωριμίας της Ελλάδας και του ελληνικού πολιτισμού στους ξένους με σκοπό να διευρυνθεί ο κύκλος των φίλων της Ελλάδας. "

30 Δεκεμβρίου 2002

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ
Πολλές σκόρπιες σκέψεις και μία πρόταση για τη διαμόρφωση στρατηγικής

καλωσόρισες πουλί μου, μοναξιά ελληνική μου
Διονύσης Σαββόπουλος

Μπορεί να ακούγεται παράξενο, αλλά υπάρχουν σε όλο τον κόσμο άνθρωποι που αποφασίζουν να αφιερώσουν κάποια χρόνια της ζωής τους κοπιάζοντας για την εκμάθηση μιας ομολογουμένως δύσκολης και ελάχιστα διαδεδομένης γλώσσας, όπως η ελληνική. Ο καθένας έχει προφανώς τους δικούς του λόγους. Άλλοι το κάνουν επειδή έχουν κάποια προσωπική ή επαγγελματική σχέση με τη χώρα, άλλοι γιατί προσβλέπουν στην επαγγελματική αξιοποίηση της γλώσσας, για καθαρά δηλαδή ωφελιμιστικούς λόγους (μεταφραστές, διερμηνείς, διπλωμάτες), άλλοι είναι επιστήμονες (αρχαιολόγοι, ιστορικοί, φιλόλογοι, πολιτικοί επιστήμονες κτλ), που μελετούν θέματα σχετικά με την Ελλάδα, άλλοι τέλος από μεράκι, απλώς επειδή τους γοήτευσε η χώρα, οι άνθρωποι και ο πολιτισμός της και θα ήθελαν να τη γνωρίσουν καλύτερα. Όλοι αυτοί όμως έχουν λίγο πολύ τη δυνατότητα να μάθουν ελληνικά στις πατρίδες τους σε διάφορα ινστιτούτα, ή ακόμη και στα πανεπιστήμια, δηλαδή στο πλαίσιο θεσμών της χώρας τους. Τίθεται επομένως το ερώτημα: για ποιο λόγο το ελληνικό κράτος να χρηματοδοτεί προγράμματα εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας στο εξωτερικό; Ποια σκοπιμότητα εξυπηρετεί η διάδοση των ελληνικών σ’ όλο τον κόσμο και μάλιστα από αυθεντικούς φορείς της; Μόνο και μόνο για να ικανοποιηθούν οι προσωπικές ανάγκες ενός περιορισμένου αριθμού ξένων; Η ερώτηση μπορεί να αιφνιδιάζει, αλλά η απάντηση δεν είναι αυτονόητη και τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο φαίνονται εκ πρώτης όψεως.
Οι ισχυρές χώρες της Ευρώπης, που όχι τυχαία υπήρξαν στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν αποικιοκρατικές ή με παράδοση επιθετικού μιλιταρισμού, όπως η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ισπανία και η Ιταλία έχουν σαφή στρατηγική: η διάδοση της γλώσσας τους αποτελεί αποφασιστικό στοιχείο διατήρησης και αναπαραγωγής της θέσης που κατέχουν ή επιθυμούν να καταλάβουν τα κράτη αυτά στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια ιεραρχία. Έτσι, ο ρόλος ιδρυμάτων με μακρά παράδοση, αρμόδιων για την πιστοποίηση της εκμάθησης της γλώσσας της χώρας, όπως είναι το Βρετανικό Συμβούλιο, το Σπίτι της Ιταλίας, το Ινστιτούτο Γκαίτε και το Γαλλικό Ινστιτούτο, είναι μάλλον πολιτικός και λιγότερο «πολιτιστικός».
Ασφαλώς δεν τίθεται θέμα σύγκρισης, ούτε ζήτημα «πολιτισμικού ανταγωνισμού» με τις παραπάνω χώρες. Αλλά και οι περιορισμένες φιλοδοξίες προϋποθέτουν κάποια στοχοθεσία. Ποια επιτέλους μπορεί να είναι αυτή; Υπάρχει άραγε κάποια εθνική στρατηγική με βάση την οποία έχουν τεθεί μακροπρόθεσμοι σκοποί και επιμέρους στόχοι, υπάρχει τακτική και άρα κατευθυντήριες γραμμές προς όσους και όσες υλοποιούν τα προγράμματα εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας; Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική. Το ελληνικό κράτος συντηρεί προγράμματα εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας σε ξένους που διαμένουν στο εξωτερικό χωρίς να έχει γνωστοποιήσει στους φορείς αυτών των προγραμμάτων ποιος είναι ο σκοπός για τον οποίο γίνονται όλα αυτά. Το αρχικό μας ερώτημα επομένως ξεκινά από τη διαπίστωση της έλλειψης διατυπωμένης στρατηγικής.

Ελληνική εθνική στρατηγική και διάδοση της γλώσσας

Όλοι θα συμφωνούσαν ότι είναι καλό και ωφέλιμο να υπάρχουν μαθήματα ελληνικών για ξένους στο εξωτερικό. Αλλά ως προς τι είναι ωφέλιμο κάτι τέτοιο και για ποιον; Και ποιο είναι το κριτήριο επιτυχίας ή αποτυχίας των σχετικών προγραμμάτων; Είναι απλώς ποσοτικό; Όσοι περισσότεροι μαθαίνουν ελληνικά τόσο το καλύτερο; Και με πόσους ελληνομαθείς σε παγκόσμιο επίπεδο είμαστε ευχαριστημένοι;
Πολύ επιγραμματικά θα λέγαμε ότι μια στρατηγική για την ελληνική γλώσσα δεν μπορεί παρά να εντάσσεται σε μια συνολική εθνική στρατηγική. Αλλά η εθνική μας στρατηγική, όπως αυτή χαράσσεται τα τελευταία χρόνια από τις ελληνικές κυβερνήσεις, τα μεγάλα κόμματα και τα πανεπιστήμια, είναι αυτή της ενσωμάτωσης της Ελλάδας στη Δύση. Πρόκειται για το διαβόητο αίτημα του «εκσυγχρονισμού», τη μετατροπή της Ελλάδας σ’ ένα σύγχρονο δυτικοευρωπαϊκό κράτος, τον εκδυτικισμό με άλλα λόγια της χώρας. Όπως γίνεται αντιληπτό σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο η διάδοση της ελληνικής γλώσσας στο εξωτερικό, αν δεν είναι μια μάταιη υπόθεση, έχει έναν ορίζοντα μάλλον περιορισμένο, θα ήταν δηλαδή πρακτικότερο και οικονομικότερο να μάθουν οι Έλληνες αγγλικά… Σ’ αυτό το πνεύμα κινήθηκε και η ατυχής πρόταση της Ελληνίδας επιτρόπου Άννας Διαμαντοπούλου να καθιερωθεί ως δεύτερη επίσημη γλώσσα της χώρας η αγγλική. Είναι ωστόσο μια πρόταση συνεπής με την εθνική μας στρατηγική. Οι Έλληνες πολίτες οφείλουν να γίνουν ευρωπαίοι πολίτες, άρα θα πρέπει να μπορούν να συνεννοούνται με τους συμπολίτες τους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άλλωστε, και άλλοι λαοί με γλώσσες ελάχιστα διαδεδομένες, όπως οι Σκανδιναυοί, οι Ολλανδοί, οι Μαλτέζοι κ.ά. μιλούν παράλληλα με τη γλώσσα τους και τα αγγλικά. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, στην ανατολική Ευρώπη, οι λαοί των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας μιλούσαν εκτός από τη δική τους γλώσσα και τα ρωσικά. Με βάση αυτή την αντίληψη, η εθνική ιδιαιτερότητα περνά σε δεύτερη μοίρα, στο βαθμό που όλοι συμμετέχουμε δήθεν ισότιμα σε μια κοινή υπόθεση, την ευρωπαϊκή ιδέα, το σοσιαλισμό κτλ.
Για να έχει νόημα επομένως η διάδοση και η ανάπτυξη της εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας στο εξωτερικό θα πρέπει να επαναπροσδιοριστεί και η εθνική μας στρατηγική. Προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι η αναγνώριση και ανάδειξη της ελληνικότητας ως μιας πολιτισμικής ιδαιτερότητας που αξίζει να διατηρηθεί και ν’ αναπτυχθεί ισότιμα με τους άλλους λαούς σ’ ένα περιβάλλον όχι μόνο δυτικοευρωπαϊκό, αλλά και βαλκανικό και μεσογειακό και μαυροθαλασσίτικο, στον ευρύτερο δηλαδή ελληνικό ιστορικό χώρο.
Οι Έλληνες δηλαδή θα πρέπει να ξαναδούμε «τον εαυτό μας μέσα στον κόσμο» και να αποφασίσουμε τι από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μας είναι χρήσιμο σε μας και τους άλλους με την έννοια ότι μπορεί να δώσει απαντήσεις στα σύγχρονα προβλήματα του κόσμου. Όλα τα υπόλοιπα μπορούν να συντηρούνται με τη μορφή ενός κρατικοδίαιτου φολκλόρ, επειδή πιθανά κάποιοι να το επιθυμούν, αλλά όπως όλα τα προϊόντα με συντηρητικά, έτσι και τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά που δεν είναι ζωντανά, είτε έχουν ημερομηνία λήξης, είτε καταντούν μουσειακό είδος με συναισθηματική απλώς αξία.
Αλλά ποια είναι η ελληνική ιδιαιτερότητα; Ποια είναι η ελληνική παράδοση και ποια στοιχεία της είναι σήμερα αξιοποιήσιμα; Ποια είναι «η Ελλάδα που αντιστέκεται, η Ελλάδα που επιμένει»; Σίγουρα πάντως όχι το προς τουριστική κατανάλωση τρίπτυχο: «συρτάκι, τζατζίκι, σουβλάκι».

Σύγχρονα προβλήματα και εθνικές παραδόσεις

Ας ξεκινήσουμε ανάποδα: ποια είναι τα μεγάλα προβλήματα στα οποία κάθε πολιτισμός και κάθε παράδοση θα πρέπει να δώσουν απαντήσεις για να υπάρχει μέλλον για τον άνθρωπο; Όλοι θα συμφωνούσαν ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής μας είναι το οικολογικό. Στα παγκόσμια προβλήματα περιλαμβάνονται ακόμη η φτώχεια στις χώρες του Τρίτου Κόσμου αλλά και η «δυστυχισμένη συνείδηση» του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου, με άλλα λόγια ο μηδενιστικός ατομισμός του ιδιώτη-καταναλωτή, ένα ανθρωπολογικό πρότυπο με πλανητική διάδοση. Άλλοι θα ανέφεραν τον πόλεμο και γενικότερα τις διεθνικές διενέξεις. Σ’ αυτό το τελευταίο θα μπορούσαμε να συμπεριλάβουμε και το ζήτημα της «τρομοκρατίας».
Τα παραπάνω προβλήματα αποτελούν τις «παράπλευρες απώλειες» του δυτικού πολιτισμικού υποδείγματος: της πίστης στη δυνατότητα αέναης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, της ανισοκατανομής του πλούτου μέσω της επέκτασης του συστήματος εκμετάλλευσης αλλά και της αντίληψης της επικυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη φύση. Η αλλοτρίωση του σύγχρονου ανθρώπου αποτελεί την έσχατη συνέπεια της δυτικής ατομοκεντρικής οντολογίας, η οποία αφού υποσχέθηκε στο άτομο τον παράδεισο της «απόλυτης ελευθερίας» από κάθε ηθικό περιορισμό, στην πραγματικότητα το καταδίκασε στην κόλαση της μοναξιάς, της κατάθλιψης, των ποικίλων ψυχώσεων και φοβιών, της εγκληματικότητας και των ναρκωτικών.
Η απάντηση της Δύσης στα προβλήματα που βασικά δημιούργησε η ίδια δεν είναι παρά η «φυγή προς τα εμπρός» για όσα έθνη μπορεί να ενσωματώσει και ο αποκλεισμός της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων του πλανήτη για τους οποίους το καταναλωτικό μοντέλο της Δύσης είναι οικολογικά και οικονομικά ανεφάρμοστο. Ο καπιταλισμός είναι ένα υπέροχο σύστημα αλλά έχει θέσεις για λίγους. Η μεταφυσική πίστη στις απεριόριστες δυνατότητες της επιστήμης να επιλύει όλα τα προβλήματα και η ιλιγγιώδης ανάπτυξη της τεχνολογίας αποτελούν το έσχατο καταφύγιο ενός πολιτισμού που στην επιθανάτια αγωνία του συμπαρασύρει στην καταστροφή ολόκληρο τον πλανήτη. Η απάντηση στο αδιέξοδο για τους ισχυρούς του κόσμου, που αρνούνται να περιορίσουν την αλόγιστη κατασπατάληση των φυσικών πόρων, φαίνεται πως είναι η κλωνοποίηση του ανθρώπου και η αναζήτηση καταφυγίου σε άλλο πλανήτη έστω κι αν αυτή η επιλογή έρχεται σε σύγκρουση με την ανθρώπινη ηθική, έστω κι αν θέτει σε κίνδυνο το ίδιο το ανθρώπινο είδος.
Στα παραπάνω προβλήματα υπάρχουν απαντήσεις σε πολλές παραδόσεις, θρησκείες και πολιτισμούς, αφού εκτός από τον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό, όλοι οι προκαπιταλιστικοί πολιτισμοί ήταν, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο, «οικολογικοί». Όχι τυχαία το παγκόσμιο εναλλακτικό κίνημα, όπως αυτό εκφράζεται μέσα από κινήσεις πολιτών, τους Πράσινους, απελευθερωτικά κινήματα στον Τρίτο Κόσμο, διάφορες μη κυβερνητικές οργανώσεις και βέβαια το λεγόμενο κίνημα της «αντιπαγκοσμιοποίησης» - παρά το γεγονός ότι αυτό συχνά φορά τα παλιά και φθαρμένα ρούχα ενός ξεπερασμένου μαρξισμού-λενινισμού - προκειμένου να διατυπώσει ένα εναλλακτικό όραμα, αντλεί στοιχεία από προκαπιταλιστικούς πολιτισμούς και σύγχρονες μη δυτικές παραδόσεις.
Η θέση της Ελλάδας σ’ αυτή τη συζήτηση είναι προνομιακή καθώς βρισκόμαστε μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Εξ ου και η ιδιαιτερότητα της ελληνικής οπτικής. Οι Έλληνες βλέπουμε τα πράγματα όντας ταυτόχρονα «ανάμεσα» και «μέσα» σε διαφορετικούς κόσμους. Είμαστε το αποτέλεσμα μιας ιστορικής εξέλιξης με βάθος χιλιετιών σ’ έναν ευρύ χώρο με επιρροές από την Δυτική Ευρώπη έως την Ανατολή, τη Μαύρη Θάλασσα, τη Χερσόνησο του Αίμου και τη Βόρεια Αφρική. Έτσι, τόσο η θέση αλλά και το «είναι μας στον κόσμο», κυρίως όμως η ιστορία μας, μάς επιτρέπουν να έχουμε συνήθως μια περισσότερο νηφάλια, μετριοπαθή, και πλουραλιστική αντίληψη για τα πράγματα. Η Ελλάδα προσφέρεται επομένως ως πολιτικό και πολιτισμικό παρατηρητήριο του ευαίσθητου χώρου της νότιας μεσογειακής Ευρώπης, των Βαλκανίων, της Μαύρης Θάλασσας και της Μέσης Ανατολής. Ο δε ελληνικός πολιτισμός έχει το επιπλέον πλεονέκτημα ναι είναι ίσως ο μοναδικός στην Ευρώπη, που διατηρεί ακόμη ζωντανά πολλά από τα παραδοσιακά – προκαπιταλιστικά του χαρακτηριστικά. Στην Ελλάδα για παράδειγμα μπορούμε ευκολότερα ν’ αναπτύξουμε βιολογικές καλλιέργειες καθώς και η παραδοσιακή γεωργία αποτελεί μια πρόσφατη εμπειρία και το μορφωτικό επίπεδο των νέων που θα μπορούσαν να την υποστηρίξουν είναι υψηλό. Τέλος, απέναντι στο αδιέξοδο του δυτικού πολιτισμικού υποδείγματος είναι λογικό να στραφούμε στο δικό μας πολιτισμό απλούστατα επειδή είναι ο δικός μας πολιτισμός (αυτόν ξέρουμε, αυτόν εμπιστευόμαστε), και δεν υπάρχει κανένας λόγος να καταφύγουμε στη γιόγκα και το βουδισμό ή να γίνουμε χορτοφάγοι και να τρώμε σόγια, όπως εκατομμύρια άνθρωποι στη Δύση για να βρούμε διέξοδο.

Από τους δυο μας ποταμούς θα γευτεί μια νύχτα η έρημος καρπούς

Η ελληνική παράδοση έφτασε σε μας από τη σύνθεση δύο κεντρικών παραδόσεων, της αρχαίας ελληνικής και της ορθόδοξης χριστιανικής, αλλά και πολλών περιφερειακών παραδόσεων, με ισχυρότερη την επίδραση της Δύσης. Αυτή λοιπόν, η νεοελληνική παράδοση προσφέρει πρότυπα και αξίες αλλά και μια συνολική θεώρηση του κόσμου και έναν τρόπο ζωής που μπορούν να προσφέρουν απαντήσεις στα σύγχρονα προβλήματα. Πιο συγκεκριμένα, στην παράδοσή μας κεντρική θέση κατέχει αντί του ατόμου αλλά και του ανατολικού κολλεκτιβισμού, το πρόσωπο, που είναι ταυτόχρονα ατομικό και καθολικό, εξ’ ου και η δημοκρατική πολιτική παράδοση, οι κοινοτικοί θεσμοί και ο οικουμενικός της χαρακτήρας. Το πρόσωπο ως το αγαπητικό υποκείμενο είναι αναφορικό, νοείται δηλαδή μέσα από τη διαλεκτική του σχέση με τον άλλον. Μιλάμε, επομένως για αλληλοπεριχώρηση και για το «συναμφότερον», τη συνθετική διαδικασία που βρίσκεται στον αντίποδα του δυτικού και ανατολικού μανιχαϊσμού αλλά και των σχέσεων κυριαρχίας. Με αυτό τον τρόπο η παράδοση μας έρχεται να συναντήσει μ’ ένα θετικό και ολοκληρωμένο τρόπο την ουσία των αιτημάτων του κινήματος κατά της «παγκοσμιοποίησης». Άλλωστε η Ελλάδα ως χώρα των συνόρων ουδέποτε υπήρξε κλειστή στις ξένες επιδράσεις. Κατόρθωνε όμως τις περισσότερες φορές να τις αφομοιώνει δημιουργικά, προχωρώντας κάθε φορά σε μια νέα σύνθεση.
Τα πρότυπα των Ελλήνων, όπως αυτά του αγίου και του μάρτυρα αλλά και του σοφού και του ήρωα, του «καλού καγαθού», η αίσθηση της αρμονίας και ο θαυμασμός της φύσης, πάνω απ’ όλα όμως, η αίσθηση της δικαιοσύνης και η φιλανθρωπία, συναντώνται σε πολλές και διαφορετικές παραδόσεις. Είναι ωστόσο στην Ελλάδα που επιζούν παρά τη θλιβερή αλλοτρίωση του νεοέλληνα. Για παράδειγμα, ο ελληνικός λαός μόνος στην Ευρώπη στηρίζει πολιτικά, ηθικά και οικονομικά τόσο τους «ομόδοξους» Σέρβους, όσο και τους Παλαιστίνιους, παρά τις δυτικές προκαταλήψεις εναντίον των μουσουλμάνων, ειδικά μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001. Στηρίζει ακόμη τους επίσης μουσουλμάνους Κούρδους αλλά και τους Τούρκους όταν αυτοί χτυπήθηκαν από σεισμό.
Γιατί εάν η πραγματικότητα του νεοελληνικού βίου διαψεύδει καθημερινά την προσήλωσή μας στα παραπάνω πρότυπα, αυτό δεν σημαίνει ούτε ότι τα πρότυπα δεν λειτουργούν, ούτε ότι δεν υπάρχουν ακόμη στιγμές αυθεντικής λαϊκής έκφρασης. Άλλωστε στην καθημερινή μας ζωή παραμένουμε κατά βάθος Έλληνες με τα καλά μας και τα στραβά μας. Δεν είμαστε άραγε Έλληνες στο φαΐ, το ποτό, τη μουσική και το χορό, τη διασκέδαση γενικότερα; Εκεί στη γιορτή, όπου εκφράζεται περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού ο αληθινός μας εαυτός, δεν ξαναγινόμαστε ανοιχτόκαρδοι, φιλόξενοι, χουβαρντάδες, καυχησιάρηδες και επιδεικτικοί όπως τα παιδιά, δηλαδή Έλληνες; Και δεν αποτελεί το γλέντι, μια απελευθερωτική και συχνά λυτρωτική ψυχοσωματική διαδικασία; Τέλος, η ελληνική κουζίνα, η παραδοσιακή μας διατροφή και ιδιαίτερα η κρητική ήδη αναγνωρίζεται ως μια από τις πιο υγιεινές παγκόσμια. Σ’ αυτό το πλαίσιο ο κύκλος των νηστειών ξαναβρίσκει την αρχική του σημασία που ήταν η «δημοκρατική» (για όλη την κοινότητα) διατροφική ισορροπία και λιτότητα και όχι βέβαια, η τιμωρία… του σώματος και η βασανιστική στέρηση γευστικών απολαύσεων. Να λοιπόν που ακόμη και σ’ ένα επιμέρους αλλά κρίσιμο ζήτημα του λεγόμενου αναπτυγμένου κόσμου, αυτό της ποιότητας της διατροφής, υπάρχει ήδη η ελληνική απάντηση.
Συνοψίζουμε λοιπόν: ο ελληνικός πολιτισμός, νοούμενος ως ένα σύνολο αξιών, προτύπων, αλλά και καθημερινής πρακτικής και όχι ως πολιτιστικό προϊόν για θερινά φεστιβάλ, μπορεί να συμμετάσχει ισότιμα και χωρίς συμπλέγματα στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον. Πολύ περισσότερο σήμερα που η παγκοσμιοποίηση, ως διαδικασία επιβολής της αμερικανικής ηγεμονίας σε πλανητικό επίπεδο, έχει ήδη οδηγηθεί σε αδιέξοδο και συναντά σοβαρές αντιδράσεις, η Ελλάδα μπορεί ν’ αποτελέσει παράδειγμα σύνθεσης στοιχείων της παράδοσης με τις σύγχρονες εναλλακτικές τάσεις.

Η γλωσσική διδασκαλία στο πλαίσιο της νέας στρατηγικής

Με βάση λοιπόν την παραπάνω ανάλυση, η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας αποκτά πολύ ευρύτερες διαστάσεις από αυτή της αυστηρά γλωσσικής διδασκαλίας καθώς η γλώσσα αποτελεί ταυτόχρονα στοιχείο και μέσο έκφρασης του πολιτισμού. Έτσι, η διδασκαλία της γλώσσας δεν περιορίζεται στη φωνολογία, το λεξιλόγιο, τη μορφολογία-γραμματική και τη δομή αλλά συμπεριλαμβάνει και την ιστορία, τον τρόπο ζωής, τον τόπο με τις ιδιαιτερότητες και την ποικιλομορφία του, τα τραγούδια και τους χορούς, τη λογοτεχνία, τη διατροφή, την ορθοδοξία ως θεολογία αλλά και ως λαϊκή θρησκευτική πρακτική και γενικότερα το λαϊκό πολιτισμό. Με άλλα λόγια το μάθημα της ελληνικής γλώσσας γίνεται μάθημα Ελλάδας, αν μπορεί να ειπωθεί έτσι, γίνεται «πατριδογνωσία».
Ο σκοπός, ή διαφορετικά η στρατηγική μιας τέτοιας διδασκαλίας, δεν είναι φυσικά να «κάνουμε έναν Έλληνα ακόμη», έστω κι αν συναντάμε συχνά ξένους πιο Έλληνες και από τους Έλληνες. Ο σκοπός αυτού του προγράμματος είναι να γνωρίσει στους ξένους τον ελληνικό πολιτισμό και των στοιχείων της ελληνικής παράδοσης, που είναι ζωντανά και αξιοποιήσιμα στο σύγχρονο κόσμο. Δεν έχει τόση σημασία εάν οι ξένοι υιοθετούν ή αποδέχονται αυτά τα στοιχεία, εάν τους αρέσει ή δεν τους αρέσει η φασολάδα και το τσάμικο, εάν επιλέγουν να διαβάσουν Σεφέρη ή ν’ ακούσουν Θεοδωράκη. Στο κάτω κάτω αυτοί θα χάσουν! Έχει ωστόσο τεράστια σημασία να μας καταλαβαίνουν. Έχει σημασία να νιώσουν τι σημαίνουν για τους Έλληνες οι λέξεις «καημός», «λεβεντιά», «ξενιτιά», «μαγκιά», «προσφυγιά», άσχετα εάν στους ίδιους δεν κάνουν την παραμικρή εντύπωση. Στην Ελλάδα «παραπονεμένα λόγια έχουν τα τραγούδια μας γιατί το άδικο το ζούμε μέσα από την κούνια μας». Ωστόσο μ’ αυτά τα τραγούδια κλαίμε, γελάμε και γλεντάμε μαζί σαν την Ανδρομάχη την «δακρυόεν γελάσασα». Έχει ακόμη σημασία να καταλάβουν ότι το χαλαρό βίωμα του χρόνου που έχουμε εμείς οι Έλληνες (σπατάλη χρόνου για τους προγραμματισμένους Δυτικούς) ανταποκρίνεται σε μια διαφορετική βιοθεωρία. Δεν βιαζόμαστε ποτέ επειδή ξέρουμε ότι στην πραγματικότητα δεν έχουμε να πάμε πουθενά! Ξεσηκωνόμαστε όμως και χαλάμε τον κόσμο όταν μας πατήσουν τον κάλο, «νάτην πετιέται από ξαρχής και αντρειεύει και θεριεύει». Ας μας συγχωρήσουν το γεγονός ότι αρνούμαστε πεισματικά να «εκσυγχρονιστούμε» επειδή κατά βάθος γνωρίζουμε ότι τα ανθρώπινα πράγματα, γιγνόμενα μέν καί αιεί εσόμενα έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων ή, μένουν στην ουσία τους τα ίδια. Στο κάτω κάτω και οι ίδιοι κατά βάθος μας προτιμούν απλούς και αυθεντικούς. Ας δεχτούν ακόμη ότι από το να κυνηγάμε τη χίμαιρα της «ανάπτυξης», προτιμούμε να μένουμε ταπεινοί επειδή γνωρίζουμε ότι ο μηχανισμός της τραγωδίας λειτουργεί ακόμη. Άλλωστε δεν πιστεύουμε στη γραμμική εξέλιξη των πραγμάτων και γι’ αυτό μάθαμε να ζούμε «στου κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνου». Στη δε πρώτη ευκαιρία «θα πουλήσουμε το ρολόι και θα πάρουμε κομπολόι» επειδή δίνουμε περισσότερη σημασία στα ποιοτικά απ’ ό,τι στα ποσοτικά μεγέθη. Ας καταλάβουν λοιπόν οι ξένοι ότι, αν για τον θεμελιωτή της σύγχρονης επιστήμης Καρτέσιο τα μόνα πράγματα που έχουν αξία είναι αυτά που μπορούν να μετρηθούν, εμείς επιμένουμε να ζούμε με το δικό μας τρόπο στην απειρότητα, στο αέναο, στην απεραντοσύνη του ουρανού και της θάλασσας κάτω από το ανέσπερον φως αυτού του τόπου. Κοντολογίς αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι να κάνουμε φίλους της Ελλάδας και οι πραγματικοί φίλοι μας αποδέχονται όπως είμαστε, με τα προτερήματα και τα ελαττώματά μας, τις παραξενιές και τις αδυναμίες μας, και δεν ζητούν να μας αλλάξουν. Η κατανόηση είναι η άλλωστε προϋπόθεση κάθε πραγματικής φιλίας.
Περισσότερο όμως από την… ανθρωπολογική μας ιδιαιτερότητα, μας ενδιαφέρει να καταλάβουν ότι έχουμε κι εμείς κάποιο δίκιο όταν αντιδρούμε στα ιμπεριαλιστικά σχέδια αποικιοποίησης των Βαλκανίων, όταν λέμε ότι το όνομα «Μακεδονία» είναι ελληνικό, όταν αντιστεκόμαστε στον τουρκικό επεκτατισμό, όταν αρνούμαστε το σχέδιο Ανάν για την επίλυση του Κυπριακού. Έχει σημασία όχι μόνο για μας αλλά και για την περιοχή που ζούμε. Για να ζούμε ειρηνικά αλλά και με το μέτρο της δικαιοσύνης για όλους κι όχι με το μέτρο της βούλησης των ισχυρών.
Το να διευρύνουμε ή και να αναπτύξουμε το φιλελληνικό ρεύμα είναι για μας όρος επιβίωσης. Εμείς σε αντίθεση με τις μεγάλες δυνάμεις, δεν επιζητούμε ούτε την επέκταση, ούτε την κυριαρχία, εμείς παλεύουμε να επιβιώσουμε εδώ που μας όρισε η μοίρα. Είμαστε ένα λαός που ζει πάνω κάτω στον ιστορικό του χώρο στην Ελλάδα και την Κύπρο εδώ και χιλιάδες χρόνια και παλεύει να κρατηθεί σ’ αυτό το βράχο, αλλά να κρατηθεί μένοντας αυτός που είναι, Έλληνας με τα καλά του και τα στραβά του, κι όχι ένα ανδράποδο χωρίς ταυτότητα, μνήμη και προοπτική, έρμαιο της βούλησης των κάθε λογής ισχυρών. Και πιστεύουμε ότι αξίζουμε να συνεχίσουμε να υπάρχουμε έστω και για λόγους… οικολογικούς, ως προστατευόμενο σπάνιο είδος.
Η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στο εξωτερικό λοιπόν ως στρατηγική επιβίωσης για μας αλλά και «για όλου του κόσμου το ψωμί, το φως και το τραγούδι». Γιατί πιστεύουμε ότι αυτός ο «μικρός λαός που πολεμά δίχως σπαθιά και βόλια», έχει ακόμη να προσφέρει στον κόσμο, αρκεί βέβαια πρώτα να το πιστέψει ο ίδιος.

Ευχαριστώ τους: Βλάση Αγτζίδη, Χαρούλα Αλεξίου, Στράτο Διονυσίου, Θεόδωρο Ζιάκα, Κώστα Ζουράρι, Φρίτζοφ Κάπρα, Γιώργο Καραμπελιά, Βιτσέντζο Κορνάρο, Ξανθίππη Κοτζαγεώργη, Γιάννη Μαρκόπουλο, Θουκυδίδη Ολόρου, Όμηρο, Άκη Πάνου, Γιώργο Παύλο, Γιάννη Ρίτσο, Διονύση Σαββόπουλο, Ινές Ντι Σάλβο, Γιώργο Σεφέρη, Μάρτιν Χάιντεγκερ και Γκέοργκ Βίλελμ Φρίντριχ Χέγκελ, που μου δάνεισαν τα λόγια και τις σκέψεις τους για να μπορέσω να εκφραστώ.

Τάσος Χατζηαναστασίου
Παλέρμο, Χριστούγεννα 2002

© 2012 Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας - Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα